ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ Κ. ΜΑΡΞ[1] (1975)

Κεφάλαιο 1

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Η επιστημονική έρευνα είναι μια κοινωνικο-ιστορική δραστηριότητα, η οποία έχει ως κύριο καθήκον της την απεικόνιση της ουσίας, των νόμων, των νομοτελειών του αντικειμένου της. Η μελέτη της επιστημονικής ερευνητικής διαδικασίας θα πρέπει επίσης να έχει ως κύριο καθήκον της την διάκριση των νόμων, των νομοτελειών της επιστημονικής έρευνας. Η επιστημονική έρευνα περνά από [διανύει] διάφορα νομοτελή στάδια κατά την ανάπτυξής της. Υπάρχουν νομοτέλειες της επιστημονικής έρευνας, κοινές για όλα τα στάδιά της, κοινές για μερικά στάδια και ειδικές νομοτέλειες ενός σταδίου. Φυσικά, η μέθοδος επιστημονικής έρευνας δεν είναι αμετάβλητη, αν και έχει χαρακτηριστικά που διατηρούνται σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης της επιστήμης.

Η επιστημονική έρευνα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, η μέθοδος της έρευνάς τους είναι ένα φαινόμενο ιστορικά καθορισμένο[2].

Η μέθοδος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς - η υλιστική διαλεκτική, ο διαλεκτικός υλισμός - εμφανίζεται όταν έχουν αναπτυχθεί αρκετά και έχουν διακριθεί [διαχωριστεί] η μια από την άλλη οι επιμέρους επιστήμες, όταν προ των επιστημών τέθηκε, ως κύριο μεθοδολογικό ζήτημα, το ζήτημα της μετάβασης από τη μελέτη των πραγμάτων και των διαδικασιών εντός της διάκρισής τους στη μελέτη τους εντός της σχέσης [του δεσμού] τους και, συνεπώς, εντός της κίνησης, αλλαγής, εμφάνισης, ανάπτυξης και εξαφάνισης. Η μέθοδος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς είναι μια μέθοδος γνήσιας και συνεπούς επιστημονικής εξέτασης των σχέσεων πραγμάτων και διαδικασιών.

Στην προτεινόμενη στον αναγνώστη εργασία η προσοχή στρέφεται ακριβώς στο γεγονός ότι η μέθοδος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς είναι μια μέθοδος επιστημονικής έρευνας. Από αυτήν την άποψη, οι σημαντικότερες ιδιαιτερότητες της μεθόδου των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς είναι οι εξής. Πρώτον, είναι μια μέθοδος μελέτης των σχέσεων [δεσμών], συνεπώς, μέθοδος συστηματικής μελέτης πραγμάτων και διαδικασιών, μέθοδος μελέτης της ανάπτυξής τους, της κίνησής τους. Δεύτερον, η μέθοδος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς ανακύπτει και βασίζεται [θεμελιώνεται] σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των επιμέρους [συγκεκριμένων] επιστημών και χρησιμεύει [λειτουργεί] ως μέθοδός τους. Ως εκ τούτου, η μέθοδος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς μπορεί και πρέπει να εξετάζεται σε οργανική σχέση με μια επιμέρους επιστήμη. Χωρίς αυτή τη σχέση η μέθοδος δεν μπορεί να είναι πραγματικά επιστημονική, δεν μπορεί να είναι υλιστική. Εκτός αυτής της σχέσης η μέθοδος μεταμορφώνεται σε σόφισμα, και η συγκεκριμένη [επιμέρους] έρευνα τείνει να διολισθαίνει στην επιφάνεια και στο θετικισμό. Η υφιστάμενη κατανομή της εργασίας μεταξύ των φιλοσόφων και των εκπροσώπων των επιμέρους επιστημών δημιουργεί τη δυνατότητα μιας τέτοιας διάστασης. Στο βαθμό που μια τέτοια δυνατότητα υπάρχει, προκειμένου να μην μετατραπεί σε πραγματικότητα διατηρείται η αναγκαιότητα για συνεχείς και αποτελεσματικές προσπάθειες προς υποστήριξη και ενίσχυση της συμμαχίας των φιλοσόφων-μαρξιστών και των επιστημόνων που ασχολούνται με τις επιμέρους επιστήμες.

Η μέθοδος του Κ. Μαρξ είναι η μέθοδος της αυστηρής επιστημονικής απεικόνισης ενός κάθε φορά ορισμένου αναπτυσσόμενου[3] αντικειμένου.

Το αναπτυσσόμενο αντικείμενο διανύει κατά την ανάπτυξή του μια σειρά στάδια. Περιγράφοντας την εμφάνιση, το γίγνεσθαι και τη διαμόρφωση της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ είναι απαραίτητο κάθε φορά να διευκρινίζεται, αν αντικείμενο της προσοχής του Κ. Μαρξ είναι όλα ή κάποια επιμέρους στάδια της ανάπτυξης του αντικειμένου και ποια ακριβώς. Είναι αναγκαίο να διακρίνονται τα νομοτελή επίπεδα και στάδια της επιστημονικής απεικόνισης της ανάπτυξης του αντικειμένου από τα στάδια της ανάπτυξης του αντικειμένου, καθώς επίσης και να διακριβώνεται η σχέση του επιπέδου, του σταδίου κτλ της επιστημονικής έρευνας με το επίπεδο, το στάδιο κτλ της ανάπτυξης του απεικονιζόμενου αντικειμένου.

Θα εξετάσουμε σε μια πρώτη προσέγγιση τα στάδια, τα οποία διανύει κάθε αναπτυσσόμενο αντικείμενο (διαίρεση σε πιο επιμέρους στάδια θα δοθεί παρακάτω).

Πρώτο στάδιο - η αρχή του σχηματισμού [της συγκρότησης], ή της εμφάνισης, του δεδομένου αντικειμένου. Σε αυτό το στάδιο, δεν έχει εμφανιστεί ακόμα το καθαυτό αντικείμενο, το καθαυτό δεδομένο αντικείμενο ακόμα δεν υπάρχει. Την ίδια στιγμή συντελείται [λαμβάνει χώρα] η προετοιμασία και με αυτή την έννοια, η αρχή της εμφάνισής του. Αυτό το στάδιο σκόπιμο είναι, όπως προκύπτει από τη συγκεκριμένη εξέτασή του, να ονομάζεται επίσης στάδιο του σχηματισμού των προϋποθέσεων εμφάνισης του δεδομένου αντικειμένου, ή, κάτι που είναι το ίδιο, προϋποθετικό στάδιο. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπάρχει μια εξωτερική δυσχέρεια. Ο όρος «προϋπόθεση» αρκετά συχνά χρησιμοποιείται με τη σημασία «αναγκαίος όρος ύπαρξης του αντικειμένου». Εμείς με τον όρο αυτό εννοούμε τους «αναγκαίους όρους εμφάνισης του αντικειμένου», δηλ. το στάδιο που προηγείται άμεσα της εμφάνισης του αντικειμένου.

Δεύτερο στάδιο - η εμφάνιση του αντικειμένου, ή ακριβέστερα, η πρωταρχική εμφάνιση του αντικειμένου. Σε αυτό το στάδιο, για πρώτη φορά σχηματίζεται το καθαυτό δεδομένο αντικείμενο, η ουσία του. Ο όρος «πρωταρχική εμφάνιση» μπορεί με την πρώτη ματιά να φαίνεται κάτι σαν συνένωση λέξεων όπως "σιδηρούς σίδηρος." Στην πραγματικότητα έχει μια εντελώς ορθολογική σημασία. Για παράδειγμα κάποτε το κεφάλαιο εμφανίζεται για πρώτη φορά στην κοινωνία, και ταυτόχρονα κατά τη λειτουργία τής ήδη υφιστάμενης κεφαλαιοκρατίας μπορεί να εμφανιστούν και εμφανίζονται νέα ατομικά κεφαλαία. Ο όρος «πρωταρχική εμφάνιση» σημαίνει την εμφάνιση του αντικειμένου ως τέτοιου, του αντικειμένου εν γένει, του αντικειμένου ως τύπου.

Τρίτο στάδιο - η διαμόρφωση του αντικειμένου. Η διαμόρφωση είναι μια διαδικασία μετασχηματισμού της κληρονομημένης βάσης από την ανακύψασα νέα ουσία και η δημιουργία της αντίστοιχης του ανακύψαντος νέου αντικειμένου βάσης. Σε αυτή τη διαδικασία διαμορφώνεται και η ανακύψασα νέα ουσία.

Τέταρτο στάδιο - η καθαυτό ανάπτυξη. Είναι η ανάπτυξη του αντικειμένου στην αντίστοιχή του βάση. Το τέταρτο στάδιο θα ονομάζεται στάδιο της ωριμότητας, ώριμο στάδιο, και το αντικείμενο σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης - ώριμο αντικείμενο.

Αυτά είναι τα πιο σημαντικά στάδια της προοδευτικής ανάπτυξης.

Στην παρούσα εργασία εξετάζουμε το πρώτο στάδιο της ανάπτυξης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Η καθαυτό μέθοδος επιστημονικής έρευνας του μαρξισμού κατά την υπό εξέταση περίοδο ακόμα δεν υπάρχει. Ωστόσο, βρίσκεται εν εξελίξει η διαδικασία «προετοιμασίας» της εμφάνισης και περαιτέρω της ανάπτυξής του. Κάθε αρχή είναι δύσκολο να μελετηθεί, το ίδιο συμβαίνει και με τη μελέτη της αρχής της επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Κατά τη διαδικασία σχηματισμού της αρχής όλα είναι αρκετά απροσδιόριστα, ασαφή, αδιαμόρφωτα. Κατά τη διαδικασία σχηματισμού της αρχής, κατά τη διαδικασία «προετοιμασίας» της εμφάνισης του αντικειμένου οι τυχαιότητες παίζουν ποιοτικά διαφορετικό ρόλο απ’ ό, τι κατά το στάδιο του ήδη ώριμου αντικειμένου: ο ρόλος των τυχαιοτήτων είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος, οι ίδιες οι νομοτέλειες της μελλοντικής έρευνας ακόμα δεν υπάρχουν. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι σ’ αυτό το στάδιο όλα είναι τυχαία, ότι οποιεσδήποτε νομοτέλειες απουσιάζουν. Επιπλέον, προκειμένου να αξιολογηθεί ορθά ο ρόλος των τυχαιοτήτων στην «προετοιμασία» εμφάνισης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ, είναι αναγκαίο να αποκαλυφθεί αυτή η «προετοιμασία» από τη σκοπιά των αποτελεσμάτων της, από τη σκοπιά του ότι προετοιμαζόταν η εμφάνιση ακριβώς της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Αλλά την ίδια στιγμή η κατανόηση του εν λόγω σταδίου θα ήταν τελεολογική, αν αυτό το στάδιο σε όλη του την συγκεκριμένη πραγματικότητα αναγόταν στην εκτίμησή του από την άποψη του τελικού αποτελέσματος.

Αυτή καθαυτή η εξέταση του σταδίου της αρχής και της περαιτέρω ανάπτυξης του αντικειμένου από τη σκοπιά του ώριμου αντικειμένου δεν έχει τίποτα το ιδεαλιστικό και τελεολογικό και δεν συνιστά ανάλυση της μεθόδου του Κ. Μαρξ από τις θέσεις των οπαδών της αυτογένεσης των ιδεών. Ο τελεολογισμός κτλ πραγματοποιείται όταν, πρώτον, το αποτέλεσμα, από την οπτική του οποίου περιγράφεται η διαδικασία προετοιμασίας της εμφάνισής του, λαμβάνεται ως απολύτως έτοιμο, απολύτως περατωμένο. Και δεύτερον, όταν ολόκληρη η ποικιλόμορφη πραγματική διαδικασία της «προετοιμασίας» ταυτίζεται με την εξέταση των νομοτελειών «σε καθαρή μορφή». Στην πραγματικότητα όμως, το υπαρκτό πραγματικό αντικείμενο δεν μπορεί ποτέ να αναχθεί πλήρως στην κατανόηση των νομοτελειών του «σε καθαρή μορφή».

Θεωρούμε ότι μόνο αφού προηγουμένως εξετάσουμε συστηματικά τη διαδικασία εμφάνισης και διαμόρφωσης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ από τη σκοπιά των τελικών (αλλά μη απόλυτα ολοκληρωμένων) αποτελεσμάτων, μπορούμε στη συνέχεια να περιγράψουμε πλήρως το ρόλο των τυχαιοτήτων, των διάφορων (υπαρκτών εκείνη την εποχή) δυνατοτήτων ανάπτυξης. Αλλά τότε θα πρέπει να διερευνηθεί στο σύνολό της ολόκληρη η σύγχρονη του Κ. Μαρξ εποχή, στη σχέση της με τις προηγούμενες και τις επόμενες εποχές και [αυτή η διερεύνηση] να βγει πολύ πέραν της εξέτασης μόνο της ιστορίας της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ.

Η γνήσια επιστημονική αφαίρεση από οποιαδήποτε αντικείμενα ή πλευρές του αντικειμένου συνιστά αναγκαιότητα της επιστημονικής γνώσης. Χωρίς περιορισμό δεν υπάρχει γνώση, δεν υπάρχει εμβάθυνση της γνώσης. Είναι σημαντικό μόνο κάθε φορά να θυμόμαστε από που προέρχεται η αφαίρεση, και οι αφηρημένες, διακριτές πλευρές και τα αντικείμενα να μην λαμβάνονται ως πραγματικότητα σε όλη της την ποικιλομορφία.

Σ’ αυτήν εδώ την εργασία εξετάζουμε το πρώτο στάδιο - την αρχή εμφάνισης και περαιτέρω ανάπτυξης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ και επιπλέον κατ’ εξοχή από μια πτυχή [διάσταση]: από τη σκοπιά των νομοτελειών αυτής της διαδικασίας, νομοτελειών κοινών για την αρχή εμφάνισης της έρευνας κάθε αναπτυσσόμενου αντικειμένου.

Κι εδώ για διασάφηση θα στραφούμε και πάλι στη διαδικασία εμφάνισης του κεφαλαίου. Κάθε νέο κεφάλαιο, το οποίο εμφανίζεται εντός της υφιστάμενης ήδη κεφαλαιοκρατίας, επαναλαμβάνει σε ανηρημένη μορφή εκείνη τη διαδικασία εμφάνισης του κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιο εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία. Με τον ίδιο τρόπο οι νομοτέλειες της αρχής, της καθαυτό εμφάνισης, της διαμόρφωσης, της ανάπτυξης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ, κατά τη γνώμη μας, αναγκαία θα πρέπει να αναπαράγονται με έναν ορισμένο (αντίστοιχα προς τις συγκεκριμένες συνθήκες) τρόπο σε ανηρημένη μορφή κατά την έρευνα κάθε αναπτυσσόμενου αντικειμένου. Φυσικά, στο βαθμό που αναλύεται προς το παρόν μόνο η αρχή της εμφάνισης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ, και οι νομοτέλειες της έρευνας του αναπτυσσόμενου αντικειμένου, το κατηγοριακό σύστημα της έρευνας βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της αρχής της εμφάνισης. Από εδώ [προκύπτει] ορισμένη αδιαιρετότητα, αμορφοποίηση της κατηγοριακής δομής, αποκάλυψη των νομοτελειών σε σχετικά αδιαφοροποίητη μορφή.

Για να αναπαρασταθεί, αν και προς το παρόν κατά προσέγγιση, η θέση του σταδίου της αρχής εμφάνισης της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ στην ιστορία της μεθόδου του Κ. Μαρξ, θα πρέπει έστω και εν συντομία να σταθούμε και στα άλλα στάδια της ιστορίας της μεθόδου του Κ. Μαρξ και στο επίπεδο κατανόησης εκ μέρους των Μαρξ και Ένγκελς των αναπτυσσόμενων αντικειμένων.

Κατά τη διάρκεια της δραστηριότητάς τους οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς μελετούσαν διάφορα αναπτυσσόμενα αντικείμενα. Τα σημαντικότερα από αυτά, η έρευνα των οποίων επέτρεψε την ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, τη δημιουργία της θεωρίας της υπεραξίας και στη βάση αυτών των ανακαλύψεων τη μετατροπή του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη, είναι τρία αναπτυσσόμενα αντικείμενα: πρώτο, η ανθρώπινη κοινωνία στο σύνολό της· δεύτερο, ο κεφαλαιοκρατικός οικονομικός σχηματισμός· τρίτο, οι ιστορικές προϋποθέσεις της νέας κοινωνίας, οι οποίες ωριμάζουν μέσα στα σπλάχνα της κεφαλαιοκρατίας.

Τηρουμένων αμετάβλητων των λοιπών όρων το επίπεδο και το στάδιο της επιστημονικής έρευνας μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένα, όσο ανεπτυγμένο είναι το αντικείμενό τους. Όταν το αναπτυσσόμενο αντικείμενο επιτυγχάνει το ανώτατο σημείο της προοδευτικής ανάπτυξης, τότε δημιουργούνται και οι μέγιστες δυνατότητες για πιο βαθιά απεικόνισή του μέσω της επιστήμης.

Μιλώντας για το κατηγοριακό σύστημα της επιστημονικής έρευνας από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς των αναπτυσσόμενων αντικειμένων, θα πρέπει πρωτίστως να προσδιοριστεί το στάδιο, το επίπεδο, στο οποίο κατά τη διάρκεια της ζωής των θεμελιωτών του μαρξισμού αυτά τα αντικείμενα έχουν φθάσει και να προσδιοριστεί επίσης το πλέον ανεπτυγμένο επίπεδο, στάδιο κατανόησης αυτών των αντικειμένων στα έργα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, να εξεταστούν τα διάφορα συστατικά μέρη του μαρξισμού από την άποψη της προαναφερόμενης ταξινόμησης των σταδίων ανάπτυξης.

Σκοπιμότερο όλων είναι να αρχίσουμε με την εξέταση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας και του αντικειμένου της, καθώς ακριβώς στη μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας έχει μελετηθεί σε μεγαλύτερο βάθος το αναπτυσσόμενο αντικείμενο. Ήδη τη στιγμή που ολοκληρωνόταν η διαμόρφωση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, δηλ. στις δεκαετίες 1850-1860 του ΧΙΧ αιώνα, η κεφαλαιοκρατία στην πιο προηγμένη κεφαλαιοκρατική χώρα εκείνης της εποχής - την Αγγλία - εν γένει και εν συνόλω είχε φθάσει στο στάδιο της ωριμότητας. Η διαδικασία ωρίμανσης της κεφαλαιοκρατίας ήταν ταυτόχρονα και διαδικασία ωρίμανσης των αντιφάσεών της, και διαδικασία παρακμής της αστικής πολιτικής οικονομίας, και διαδικασία εμφάνισης του προλεταριάτου στο προσκήνιο της αυτοτελούς πολιτικής πάλης. Επομένως, διαμορφώθηκε η αντικειμενική δυνατότητα ώστε η πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας να μπορέσει να ανέλθει στο στάδιο της ωριμότητας.

Σε ότι αφορά στην πολιτική οικονομία με την ευρεία έννοια (πολιτική οικονομία, που περιλαμβάνει όλους τους γνωστούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς) και την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, εδώ τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς επεσήμαιναν ότι η πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας αρχίζει μονάχα με την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όλη η προηγούμενη ιστορία, κατά τη γνώμη τους, είναι μονάχα η προϊστορία της γνήσιας [πραγματικά] ανθρώπινης κοινωνίας.

Από κοινωνική άποψη η ανθρωπότητα καθ’ όλη την προϊστορία μόνο διαμορφώνεται. Η κεφαλαιοκρατία υπάγεται [ανήκει] στο στάδιο της διαμόρφωσης της ανθρωπότητας από την καθαυτό ανθρώπινη, δηλ. κοινωνική άποψη. Κατά συνέπεια, η απεικόνιση της αναπτυξιακής διαδικασίας της πραγματικής ιστορίας της ανθρωπότητας, της ανθρωπότητας, ας πούμε, ως όλον [ολότητα], έχει λιγότερες αντικειμενικές δυνατότητες από ό, τι στην πρώτη περίπτωση, όταν γίνεται λόγος μόνο ή κυρίως για την απεικόνιση της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας.

Ο σοσιαλισμός, έγραφε ο Φ. Ένγκελς, έγινε επιστήμη χάρη στην ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της αποκάλυψης του μυστικού της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής μέσω της υπεραξίας. Σοσιαλιστική και κομμουνιστική κοινωνία (φυσικά, και οικονομία αυτής της κοινωνίας) τότε δεν υπήρχε. Για τα χαρακτηριστικά αυτής της κοινωνίας μπορούσαν να κρίνουν μόνο μέσω της επιστημονικής έρευνας των τάσεων, των αντιφάσεων κτλ κ.ο.κ. της παλιάς κοινωνίας, δηλ. στη βάση μόνο των ιστορικών προϋποθέσεων της νέας κοινωνίας. Η πρόβλεψη από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της νέας κοινωνίας ήταν μια ιδιοφυής επιστημονική πρόβλεψη, που είχε και έχει τεράστια θεωρητική και πρακτική σημασία.

Εννοείται ότι το στάδιο της επιστημονικής απεικόνισης της διαδικασίας ανάπτυξης του πρώτου εξ αυτών των τριών αντικειμένων θα πρέπει να είναι και στην πραγματικότητα είναι το πιο ανεπτυγμένο, το πιο βαθύ. Από την άποψη αυτή, η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και ο επιστημονικός κομμουνισμός στα έργα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται στο ίδιο και το αυτό στάδιο ανάπτυξης της επιστημονικής έρευνας. Αντιθέτως, είχαν τη δυνατότητα να επιτύχουν ακριβώς διαφορετικά στάδια ανάπτυξης της επιστημονικής έρευνας.

Λέγοντας αυτό όμως, δεν σημαίνει ακόμα ότι είπαμε το πιο σημαντικό σε αυτό το ζήτημα. Η υπόθεση είναι κάπως περιπλοκότερη. Περιπλοκότερη ήδη γιατί η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας, η μαρξιστική πολιτική οικονομία με την ευρεία έννοια, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και ο επιστημονικός κομμουνισμός αναπτύσσονταν σε αλληλεπίδραση, σε οργανική ενότητα, σε αλληλοδιείσδυση. Κατά συνέπεια, αν ερευνάται το επίπεδο, το στάδιο, ο χαρακτήρας της επιστημονικής έρευνας στη μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας, ή στον ιστορικό υλισμό, ή στον επιστημονικό κομμουνισμό, τότε δίνεται πάντοτε προσοχή στο επίπεδο, στο στάδιο, στον χαρακτήρα της επιστημονικής έρευνας του αναπτυσσόμενου αντικειμένου σε όλους αυτούς τους τρεις τομείς, πλευρές του μαρξισμού. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτη η διάκριση σε διάφορες φάσεις της μελέτης τους, του επιπέδου, του σταδίου, του χαρακτήρα της έρευνας σε κάθε μία από αυτές τις περιοχές. Ωστόσο και τότε είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου ότι η απεικόνιση του αναπτυσσόμενου αντικειμένου σε κάθε μία από αυτές τις περιοχές δεν πραγματοποιείται εντελώς ξεχωριστά από την απεικόνιση του αναπτυσσόμενου αντικειμένου στις άλλες αναφερόμενες περιοχές.

Επιπλέον. Όταν - όπως συμβαίνει στην μαρξιστική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας - το αντικείμενο της έρευνας φτάνει στην ωριμότητα, η ουσία του αντικειμένου, οι εσωτερικοί αμοιβαίοι δεσμοί του αναπαράγονται πιο βαθιά, συστηματικά και με συνέπεια. Όσο ωριμάζει το αντικείμενο τόσο ωριμάζουν και αντιφάσεις του. Η μελέτη της ουσίας του ώριμου αντικειμένου, η κατανόηση, η ερμηνεία αυτού του αντικειμένου αποδεικνύεται αναγκαία κυρίως όχι για να καταλάβουμε ποιο είναι το αντικείμενο σήμερα, αλλά για να αποκαλυφθεί στο παρόν η ύπαρξη τού αντικειμένου ως μια διαδικασία μετασχηματισμού του δεδομένου αντικειμένου σε ένα άλλο ποιοτικώς και ουσιωδώς, πιο αναπτυγμένο αντικείμενο. Μόνο όταν το αντικείμενο ωριμάσει, ωριμάζουν και οι όροι του ριζικού πρακτικού μετασχηματισμού του, και ως εκ τούτου ωριμάζουν και οι όροι για τη γνώση του σε μεγαλύτερο βάθος. Κυριολεκτικά, μόνο η μετατροπή του αντικειμένου σε ώριμο αντικείμενο για πρώτη φορά δημιουργεί για την επιστήμη τούς όρους μιας ολότελα βαθιάς επιστημονικής πρόβλεψης του θανάτου του και της μετάβασης σε ένα πιο αναπτυγμένο αντικείμενο άλλης ποιότητας και με άλλη ουσία. (Εννοείται ότι αυτό ισχύει μόνο εάν και τα δύο αναπτυσσόμενα αντικείμενα αποτελούν στάδια προοδευτικής ανάπτυξης). Η έρευνα του ώριμου αντικειμένου αποδεικνύεται εδώ αναγκαία όχι αυτή καθ’ εαυτή, αλλά για την κατανόηση των προοπτικών, των τρόπων, των μέσων κ.ο.κ. του μετασχηματισμού του σε ένα άλλο και μάλιστα πιο αναπτυγμένο αντικείμενο.

Η επιστημονική αναπαράσταση του δεδομένου, και μάλιστα ώριμου, αναπτυσσόμενου αντικειμένου για πρώτη φορά καθιστά δυνατή την κατανόηση τής ουσίας του ολότελα βαθιά με συνέπεια, που σημαίνει «σε καθαρή μορφή»· τη δημιουργία μιας αυστηρά συστηματικής αναπαράστασης των εσωτερικών του δεσμών· επιπλέον, αυτή η αναπαραγωγή είναι και μια εξέταση των αντιφάσεών του, του αναπόφευκτου του θανάτου του, και για πρώτη φορά επιτρέπει την επιστημονική πρόβλεψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ενός άλλου, μελλοντικού, πιο αναπτυγμένου αντικειμένου.

Αυτή η επιστημονική πρόβλεψη αποκαλύπτει την ιστορική προσδιοριστικότητα του μελλοντικού αντικειμένου ως προς το δεδομένο αντικείμενο. Ωστόσο, με τους προαναφερθέντες όρους, δεν μπορεί να αποκαλυφθεί κατά πόσο η ανάπτυξη αυτού του μελλοντικού αντικειμένου θα οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο αναπτυγμένο αντικείμενο, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν τα ιστορικά όρια της ανάπτυξης αυτού του μελλοντικού αντικειμένου.

Από τα ανωτέρω συνάγεται κατ’ ανάγκη ότι η παρουσία του ώριμου δεδομένου αντικειμένου (της κεφαλαιοκρατίας) και ελλείψει άλλου, πιο ώριμου αντικειμένου (σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας), το επίπεδο, το στάδιο απεικόνισης του δεύτερου αντικειμένου, πρώτον, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το επίπεδο, το στάδιο απεικόνισης των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του πρώτου αντικειμένου και, δεύτερον, τα επίπεδα, τα στάδια απεικόνισης καθενός εξ αυτών των αντικειμένων δεν μπορούν να μη διαφοροποιούνται μεταξύ τους.

Ο αναγκαίος, εσωτερικός δεσμός και η διαφορά, αν και κάπως άλλου χαρακτήρα, υπάρχουν επίσης και μεταξύ της απεικόνισης του αντικειμένου στη μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας και της απεικόνισης του αντικειμένου στον ιστορικό υλισμό. Η δημιουργία της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας θα ήταν αδύνατη χωρίς τη δημιουργία του ιστορικού υλισμού. Οι οικονομικές σχέσεις της κεφαλαιοκρατίας είναι μόνο μία από τις «σφαίρες»[4] της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, η οποία, σε συνδυασμό με τις οικονομικές της σχέσεις είναι μόνο ένα από τα στάδια, τις ιστορικές μορφές της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ορθή κατανόηση της οικονομικής σφαίρας του δεδομένου σταδίου είναι εφικτή μόνο αφού οριστεί η θέση και η αμοιβαία σχέση της με τις άλλες σφαίρες αυτού του σταδίου και η σχέση του δεδομένου σταδίου, της ιστορικής μορφής με τις άλλες ιστορικές μορφές, [τα άλλα] στάδια. Με τη σειρά του και ο ιστορικός υλισμός θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί χωρίς τη δημιουργία της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, καθώς η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας τον ΧΙΧ αιώνα ασχολούνταν με την πιο αναπτυγμένη ιστορική μορφή της υλικής ζωής της κοινωνίας. Αλλά παρ’ όλα αυτά, οι δυνατότητες ανάπτυξης της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας και της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ήταν διαφορετικές.

Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσουμε επίσης τη σύνδεση [το δεσμό] του ιστορικού υλισμού και του επιστημονικού κομμουνισμού στην υπό εξέταση πτυχή.

Στην αμοιβαία σχέση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και του επιστημονικού κομμουνισμού στα έργα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς καθοριστικό ρόλο έπαιζε η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας. Ο κύριος κρίκος στη μελέτη των όρων, των τρόπων, των μέσων κλπ για να επιτευχθεί ο τελικός σκοπός - ο κομμουνισμός - ήταν η έρευνα της διαδικασίας της ανάπτυξης των αντιφάσεων της υλικής ζωής της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας που καθορίζουν τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα του ριζικού μετασχηματισμού αυτής της κοινωνίας. Ακριβώς στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας του Κ. Μαρξ, και σε σχέση με αυτή η διαλεκτική υλιστική μέθοδος έλαβε την πιο βαθιά, λεπτομερή και συστηματική ανάπτυξη.

Για τη θεωρητική εξέταση του αναπτυσσόμενου αντικειμένου, για την ορθή διάκριση των νόμων του, της ουσίας του είναι αναγκαία η μελέτη των κλασικών μορφών αυτού του αντικειμένου. Έτσι, μελετώντας τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, ο Κ. Μαρξ εξέταζε κυρίως την κλασική εκείνη την εποχή κεφαλαιοκρατική χώρα, την Αγγλία. Κατά την εξέταση της μεθόδου, του κατηγοριακού συστήματος της επιστημονικής έρευνας του αναπτυσσόμενου αντικειμένου κλασικό υλικό αποτελεί η [επ]ενέργεια της διαλεκτικής μεθόδου στις μαρξικές οικονομικές έρευνες της κεφαλαιοκρατίας[5]. Η υψηλότερη βαθμίδα απεικόνισης του αναπτυσσόμενου αντικειμένου, σε αυτή την περίπτωση εννοείται η πολιτικοοικονομική έρευνα του Κ. Μαρξ, δείχνει [παραπέμπει] στο μέλλον που περιμένει την έρευνα στις περιοχές εκείνες, όπου βρίσκεται σε λιγότερο ανεπτυγμένη βαθμίδα απεικόνισης της ανάπτυξης. (Στο πλαίσιο αυτό μιλάμε για την υλιστική αντίληψη της ιστορίας και τον επιστημονικό κομμουνισμό.)

Ο μόνος αντίστοιχος επιστημονικός τρόπος [μέθοδος] απεικόνισης του ώριμου αναπτυσσόμενου αντικειμένου είναι η μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Κατά τη γνώμη μας, η μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, δεν μπορεί να είναι αυστηρά επιστημονική και συνεπής όσο το αναπτυσσόμενο αντικείμενο δεν έχει ωριμάσει. Η ωριμότητα του αντικειμένου είναι ένας από τους αναγκαίους (αλλά όχι ικανούς) όρους εφαρμογής της μεθόδου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (ως κυρίαρχης μεθόδου της έρευνας). Το τελευταίο επιβεβαιώνεται κυρίως από το ιστορικό γεγονός: η συνεπής επιστημονική εξέταση της αστικής οικονομίας με τη μέθοδο της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο διεξήχθη μόνο όταν η κεφαλαιοκρατία ωρίμασε, όταν ολοκληρώθηκε η βιομηχανική επανάσταση· οι προηγούμενες απόπειρες ήταν ανεπιτυχείς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την νομοτέλεια. Μόνο με το σχηματισμό του ώριμου αντικειμένου ωριμάζουν οι αντιφάσεις του και οι όροι τού ριζικού μετασχηματισμού του, και συνεπώς επίσης και των όρων της γνώσης της ίδιας της «ρίζας» του. Και μόνο η μέθοδος της ανάβασης επιτρέπει τη διάκριση της ουσίας της ανάπτυξης του αναπτυσσόμενου αντικειμένου «σε καθαρή μορφή», το διαχωρισμό της από την επιφάνεια και την εξήγηση όλων των φαινομένων, εκκινώντας από την ουσία, ως αναγκαίες εκδηλώσεις της ουσίας. Όσο το αναπτυσσόμενο αντικείμενο δεν έχει ωριμάσει, στη γνώση του κυριαρχεί η κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, από την επιφάνεια στην ουσία.

Έτσι, η πρώτη αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της μεθόδου της ανάβασης ως κυρίαρχου τρόπου απεικόνισης του αναπτυσσόμενου αντικειμένου είναι η παρουσία ενός ώριμου αντικειμένου. Η δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση τέτοιας εφαρμογής της μεθόδου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, κατά τη γνώμη μας, είναι μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης περί του αντικειμένου. Πριν καταστεί εφικτή η εφαρμογή της μεθόδου της ανάβασης ως επικρατέστερης μεθόδου, η επιστήμη πρέπει να διανύσει την πορεία από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Η τρίτη αναγκαία προϋπόθεση της προαναφερόμενης εφαρμογής της μεθόδου της ανάβασης έγκειται στην υποχρεωτικότητα της επίτευξης από το άτομο μιας ορισμένης βαθμίδας ανάπτυξης. Πριν αρχίσει να κυριαρχεί στην έρευνα του ώριμου αντικειμένου από το άτομο η μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, το άτομο πρέπει να διανύσει την πορεία της έρευνας, στην οποία (πορεία) επικρατεί η κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο.

Η κίνηση της γνώσης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και συνεπώς, από την επιφάνεια στην ουσία επικρατεί τόσο στη διαδικασία της μελέτης ενός ακόμα εμφανιζόμενου και διαμορφούμενου αντικειμένου, όσο και στη διαδικασία εμφάνισης και διαμόρφωσης της έρευνας του ώριμου αναπτυσσόμενου αντικειμένου.

Ο Κ. Μαρξ δεν μελετά μια, αλλά πολλές αναπτυξιακές διαδικασίες. Κάθε μία από αυτές τις διαδικασίες βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο, βαθμίδα ανάπτυξης. Αντίστοιχα και η έρευνα από τον Κ. Μαρξ αυτών των διαδικασιών επιτυγχάνει διαφορετικά στάδια. Ένα από τα αναπτυσσόμενα αντικείμενα (η οικονομία της κεφαλαιοκρατίας) είναι ώριμο και η έρευνά του επιτυγχάνει την ωριμότητα (αν και όχι κατά την περίοδο που εξετάζουμε στην παρούσα εργασία). Η μελέτη όλων αυτών των αναπτυσσόμενων αντικειμένων είναι αλληλένδετη.

Ήδη στα πρώτα στάδια της επιστημονικής δραστηριότητας του Κ. Μαρξ ως ένα βαθμό αρχίζουν να φαίνονται οι διαφορές στο επίπεδο της έρευνάς του των τριών προαναφερόμενων αντικειμένων, οι οποίες καθορίζονται σε τελευταία ανάλυση από τη διαφορά στο βαθμό ανάπτυξης αυτών των αντικειμένων.

Θα σταθούμε σε έναν σύντομο χαρακτηρισμό του επιπέδου της έρευνας από τον Κ. Μαρξ αυτών των τριών αντικειμένων στην υπό εξέταση περίοδο και κατά την εγγύτερη προ αυτήν [την υπό εξέταση] περίοδο.

Η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας πριν το δεύτερο εξάμηνο του 1843 βρίσκεται σε μια διαδικασία, μιλώντας κατ’ αναλογία με την ανάπτυξη του ζώντος οργανισμού, θα λέγαμε, ενδομήτριας[6] ανάπτυξης, της αρχής της εμφάνισης της νέας πολιτικής οικονομίας. Αυτό είναι το στάδιο της αρχή της εμφάνισης ενός ποιοτικά νέου επιπέδου επιστημονικής έρευνας του δεδομένου αναπτυσσόμενου αντικειμένου. Περίπου από το δεύτερο εξάμηνο του 1843 και το 1844 λαμβάνει χώρα η διαδικασία της καθαυτό εμφάνισης της νέας πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας. Στα έργα που χαρακτηρίζουν την αρχή αυτής της περιόδου περιλαμβάνονται το «Περίγραμμα μιας κριτικής της πολιτικής οικονομίας» του Φ. Ένγκελς και τα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844» του Κ. Μαρξ.

Το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης ενός ποιοτικά νέου επιπέδου της πολιτικοοικονομικής επιστημονικής έρευνας του δεδομένου αναπτυσσόμενου αντικειμένου ολοκληρώνεται με τη συγγραφή της «Γερμανικής ιδεολογίας». Σε γενική μορφή διακρίνεται ξεκάθαρα το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας ως ιστορικά εμφανισθέν και ιστορικά παροδικό. Ο Κ. Μαρξ αρχίζει τη μελέτη της ουσίας του αντικειμένου (βλ., π.χ., την έρευνα της αλλοτριωμένης εργασίας στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844»).

Στη συνέχεια ακολουθεί το στάδιο της διαμόρφωσης της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Εδώ περιλαμβάνονται πρωτίστως η «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» και η «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο».

Έτσι, κατά την περίοδο που μας ενδιαφέρει προκύπτει η αρχή της εμφάνιση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας.

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας. (Λόγος γίνεται για την εμφάνιση και διαμόρφωση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας από την άποψη της σχετικής ανεξαρτησίας αυτής της διαδικασίας σε σχέση προς τις διαδικασίες της εμφάνισης και διαμόρφωσης των άλλων συστατικών μερών του μαρξισμού.)

Το στάδιο της αρχής τής υλιστικής αντίληψης της ιστορίας καλύπτει την περίοδο από το καλοκαίρι του 1835 μέχρι την άνοιξη του 1843. Το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης τής υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1843, (με το χειρόγραφο του Κ. Μαρξ «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου», όπου δίδεται το συμπέρασμα σχετικά με τον καθοριστικό ρόλο της κοινωνίας των ιδιωτών[7] και της οικογένειας σε σχέση με το κράτος).

Το στάδιο της διαμόρφωσης της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας εκκινεί με τα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844» του Κ. Μαρξ. Το στάδιο της διαμόρφωσης της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, με τη σειρά του, περιλαμβάνει δύο μεγάλα στάδια ή υποστάδια: αρχικό («Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844» του Κ. Μαρξ, «Η Αγία οικογένεια») και τελικό («Γερμανική ιδεολογία»).

Ο επιστημονικός κομμουνισμός. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο οι απόψεις του Κ. Μαρξ για το μέλλον της κοινωνίας και τους τρόπους που οδηγούν σε αυτό, περνούν από τα ακόλουθα στάδια: το στάδιο της αρχής της εμφάνισης της θεωρητικής μετάβασης στις θέσεις του κομμουνισμού (πριν τη συγγραφή από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς των άρθρων στη «Γερμανο-γαλλική επετηρίδα», δηλ. περίπου πριν το φθινόπωρο του 1843) και το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού (εδώ περιλαμβάνονται τα άρθρα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς στη «Γερμανο-γαλλική επετηρίδα»). Το στάδιο της καθαυτό διαμόρφωσης της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού αρχίζει με τα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844» του Κ. Μαρξ και ολοκληρώνεται με τη «Γερμανική Ιδεολογία».

Κάθε ένα από τα συστατικά μέρη του μαρξισμού είναι σχετικά αυτοτελές, η αυτοτέλεια αυτή εκδηλώνεται και στην ιστορία της ανάπτυξής τους. Η ιστορία του καθενός από τα συστατικά μέρη του μαρξισμού είναι επίσης σχετικά αυτοτελής, κατά την εξέταση της ιστορίας τους στη σχετική αυτοτέλεια πρέπει να λάβουμε υπόψη τις διαφορές στην περιοδολόγησή τους. Επιπλέον, υπάρχει μια οργανική ενότητα όλων των συστατικών μερών του μαρξισμού. Η ιστορίες τους είναι επίσης οργανικά ενιαίες.

Στη μαρξιστική βιβλιογραφία κυριαρχεί μια προσέγγιση της ιστορίας των συστατικών μερών του μαρξισμού ή ως μια ιστορία σχετικά αυτοτελών μερών, ή ως μια ιστορία του μαρξισμού, προσλαμβανόμενου χωρίς τη διαίρεσή του σε σχετικά αυτοτελή μέρη. Αυτή η προσέγγιση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Είναι επίσης αναγκαία η έρευνα της ενότητάς τους ως ενότητας σχετικά αυτοτελών μερών. Η ενότητα δεν είναι μια μηχανική πρόσθεση μεμονωμένων μερών, κατά τη διαδικασία μελέτης της ενότητας αποκαλύπτονται νέες και εξαιρετικά σημαντικές στιγμές, που κρύβονται από το βλέμμα [ενδιαφέρον] του ερευνητή, ο οποίος αναλύει μόνο τη σχετική αυτοτέλεια των μερών. Η κατανόηση της ενότητας ως ενότητας σχετικά αυτοτελών πλευρών διαφέρει από την αντίληψη του αντικειμένου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διαίρεσή του σε σχετικά αυτοτελείς πλευρές. Αυτό ισχύει πλήρως για τη μελέτη της ιστορίας του μαρξισμού.

Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει ότι ο συγγραφέας φαίνεται να αντιφάσκει. Από τη μία πλευρά, λέει ότι στην εποχή των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς η υλιστική αντίληψη της ιστορίας είχε ως αντικείμενο την προϊστορία της ανθρωπότητας, συνεπώς, την ανώριμη ανθρώπινη κοινωνία, και ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να επιτύχει την ωριμότητα. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας διαμορφώνεται ήδη την περίοδο που προηγείται της επανάστασης του 1848-1849. Η δεύτερη από αυτές τις θέσεις ευρέως και στέρεα έχει εδραιωθεί στη μαρξιστική βιβλιογραφία. Ο ισχυρισμός δε ότι λόγω της ανωριμότητας της ανθρώπινης κοινωνίας η επιστημονική απεικόνισή της δεν θα μπορούσε να επιτύχει το ώριμο στάδιο ανάπτυξης, δεν διατυπώθηκε. Κατά τη γνώμη μας, είναι ορθό και το ένα και το άλλο, αλλά το καθένα είναι ορθό υπό ορισμένους όρους.

Η δεύτερη θέση είναι σωστή, αν έχουμε κατά νου τη σχετική αυτοτέλεια του ιστορικού υλισμού συγκριτικά, σε αυτή την περίπτωση, με την πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας.

Ωστόσο, μόλις αρχίζουμε να στρέφουμε την προσοχή στον αμοιβαίο δεσμό του ιστορικού υλισμού και της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, δηλ. του ιστορικού υλισμού και μιας εκ των συγκεκριμένων επιστημών, τότε αμέσως αποκαλύπτεται ο περιορισμός αυτής, της δεύτερης θέσης.

Στην πραγματικότητα, ο Β.Ι. Λένιν στο έργο «Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;» έδειξε με σαφήνεια και ακρίβεια ότι με την έκδοση του «Κεφαλαίου» η υλιστική αντίληψη της ιστορίας μετατράπηκε από υπόθεση σε επιστημονικά αποδεδειγμένη θέση.

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας πριν από την επανάσταση του 1848-1849 υπήρχε ως επιστημονική υπόθεση και λέγοντας ότι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας διαμορφώθηκε την περίοδο αυτή, σημαίνει να έχουμε κατά νου τη διαμόρφωση μιας επιστημονικής υπόθεσης. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας μετατρέπεται σε επιστημονική θεωρία μόνο στη βάση της διαμορφωθείσας μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, δηλ. στη βάση και σε σχέση με μια διαμορφωθείσα συγκεκριμένη επιστήμη, η μελέτη της οποίας συνειδητά πραγματοποιείτο από τη σκοπιά της διαλεκτικο-υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Αλλά η διαδικασία μετατροπής της επιστημονικής υπόθεσης σε επιστημονική θεωρία που πρέπει να συγκαταλεχθεί: στη διαδικασία διαμόρφωσης της θεωρίας ή στη διαδικασία της καθαυτό ανάπτυξής της; Όπως φαίνεται, παρ’ όλα αυτά στη διαδικασία διαμόρφωσης. Στην επιστημονική έρευνα η μετάβαση από την υπόθεση στη θεωρία είναι που συνιστά το σχηματισμό [τη συγκρότηση], την ωρίμανση της θεωρίας.

Έτσι, από την άποψη της σχετικής αυτοτέλειας της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας είναι αναγκαίο να πούμε ότι αυτή διαμορφώθηκε την περίοδο πριν το 1848-1849. Αν όμως περάσουμε σε ένα βαθύτερο επίπεδο, στο επίπεδο των ειδικώς εντοπισμένων αμοιβαίων δεσμών της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας με μια συγκεκριμένη επιστήμη – την μαρξική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας, είναι απαραίτητο να μιλήσουμε ήδη με διαφορετικό τρόπο: σε αυτήν την περίοδο περιλαμβάνεται η αρχή της εμφάνισης και της καθαυτό εμφάνισης της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας (η ανάδυση της επιστημονικής υπόθεσης είναι το στάδιο εμφάνισης της επιστημονικής ανακάλυψης), η διαμόρφωση δε της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας πραγματοποιείται στο βαθμό που διαμορφώνεται η μαρξιστική πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας. Από [αυτή] την τελευταία άποψη μέχρι τη συγγραφή από τον Κ. Μαρξ του «Χειρογράφου του 1843» («Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου») πραγματοποιείται η αρχή της εμφάνισης της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, από τη συγγραφή του προαναφερόμενου χειρογράφου μέχρι και τη «Γερμανική ιδεολογία» η υλιστική αντίληψη της ιστορίας εμφανίζεται καθαυτή, στη συνέχεια λαμβάνει χώρα η διαμόρφωση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας.

Στην παρούσα εργασία, η οποία καλύπτει την περίοδο μέχρι τη συγγραφή των «Οικονομικών και φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844» του Κ. Μαρξ, ήδη το ίδιο το αντικείμενο της εξέτασης δεν επιτρέπει πλήρως την αποκάλυψη των αμοιβαίων δεσμών της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας.

Είναι ευρέως και ορθώς διαδεδομένη η θέση ότι η θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού στην αρχή της επανάστασης του 1848-1849 είχε ήδη διαμορφωθεί. Ωστόσο, πρώτον, δεν συνειδητοποιούνται οι όροι εφαρμοσιμότητας της θέσης αυτής, και είναι ορθή μόνο από την άποψη της εξέτασης της ανάπτυξης της διδασκαλίας περί του επιστημονικού κομμουνισμού στη σχετική αυτοτέλειά της. Δεύτερον, δεν επισημαίνεται το γεγονός ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον αμοιβαίο δεσμό του επιστημονικού κομμουνισμού, της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, θα πρέπει η διδασκαλία του επιστημονικού κομμουνισμού να χαρακτηρίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης ακόμα ως επιστημονική υπόθεση, δηλ. ως το στάδιο της εμφάνισης της ώριμης θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού. Το στάδιο της διαμόρφωσης της επιστημονικής υπόθεσης είναι μόνο το στάδιο εμφάνισης της επιστημονικής θεωρίας.

Το θέμα της παρούσας εργασίας είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η εξέταση της αρχής της εμφάνισης και εν μέρει της καθαυτό εμφάνισης της μεθόδου της επιστημονικής έρευνας των αναπτυξιακών διαδικασιών. Ο όρος «μέθοδος» μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικές σημασίες. Κατά τη γνώμη μας, η σημαντικότερη από αυτές είναι η επόμενη. Μέθοδος είναι ο τρόπος, η μορφή της κίνησης της γνώσης, της παραγωγής της γνώσης. Οι ήδη υπάρχουσες [υφιστάμενες] γνώσεις χρησιμοποιούνται ως μέθοδος της γνώσης.

Οι ήδη αποκτημένες [αποκτηθείσες] από την ανθρωπότητα γνώσεις γίνονται μέθοδος, όταν χρησιμοποιούνται ως μέσο για την εξεύρεση νέας γνώσης. Η διαφορά μεταξύ της μεθόδου της γνώσης από την ίδια τη γνώση του νέου [άγνωστου ως τώρα] εκδηλώνεται μόνο στο βαθμό που οι υπάρχουσες γνώσεις λαμβάνονται ως δυνητικό μέσο απόκτησης νέας γνώσης. Και ενώ η μέθοδος λειτουργώντας εν γένει και εν συνόλω ως δυνητικό μέσο απόκτησης νέων γνώσεων, διατυπώνεται με μορφή εντολών και καταγράφεται ως κάτι το σχετικά αυτοτελές, στο βαθμό που όλο και περισσότερο η μέθοδος μετατρέπεται σε ενεργό μέσο απόκτησης νέων γνώσεων, στο βαθμό που κατά τη διαδικασία της νέας γνώσης γίνεται επεξεργασία της μεθόδου, η μέθοδος της γνώσης όλο και λιγότερο μπορεί να είναι διαφορετική από την ίδια τη γνώση. Προσπαθούμε να διακρίνουμε [τονίσουμε] από την άποψη των λογικών κατηγοριών την καθολική μορφή, τον τρόπο της πραγματικά επιστημονικής έρευνας των αναπτυσσόμενων αντικειμένων.

Κατά τη μελέτη της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ ως μεθόδου συγκεκριμένης-επιστημονικής γνώσης του αναπτυσσόμενου αντικειμένου η κύρια προσοχή θα πρέπει να στρέφεται στον αμοιβαίο δεσμό της μεθόδου του Κ. Μαρξ με τις συγκεκριμένες-επιστημονικές πολιτικοοικονομικές του μελέτες.

Παραπάνω, περιγράφοντας τα συστατικά μέρη του μαρξισμού, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μόνο το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας ήταν στην εποχή του Κ. Μαρξ ώριμο, πλήρως διαμορφωμένο, και, επομένως, μόνο σε αυτό το αντικείμενο θα μπορούσε να εφαρμοστεί πλήρως ο τρόπος της αναπαράστασης του αναπτυσσόμενου αντικειμένου. Και δεδομένου ότι κατά τη λογική εξέταση πρέπει να ληφθεί ένα ώριμο αντικείμενο, η ώριμη απεικόνισή του, τότε, φυσικά, για τη λογική εξέταση της μεθόδου του Κ. Μαρξ θα πρέπει να εξεταστεί η δράση αυτής της μεθόδου στις πολιτικοοικονομικές μελέτες του Κ. Μαρξ.

Η λογική εξέταση της μεθόδου του Κ. Μαρξ θα πρέπει να εκκινεί με την αναπτυγμένη μορφή αυτής της μεθόδου, δηλ. με το πως παρουσιάζεται στο «Κεφάλαιο». Αυτό το καθήκον προσπαθήσαμε να το φέρουμε εις πέρας στο έργο «Η Λογική του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ». Αλλά η λογική εξέταση της διαδικασίας εμφάνισης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης της μεθόδου του Κ. Μαρξ δεν είναι πλέον δυνατό να αρχίζει με τη μελέτη των καθαυτό οικονομικών ερευνών του Κ. Μαρξ, αν και η μελέτη των καθαυτό οικονομικών ερευνών του Κ. Μαρξ είναι το κύριο για τη διευκρίνιση της λογικής πτυχής της εμφάνισης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης της μεθόδου.

Κάθε ερευνητής, ενεργώντας σύμφωνα με τις νομοτέλειες ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης, πριν ασχοληθεί με μια συγκεκριμένη επιστήμη και με κάποιο πρόβλημα μιας συγκεκριμένης επιστήμης, θα πρέπει να σχηματίσει για τον εαυτό του μια προκαταρκτική παράσταση του αντικειμένου της επιστήμης του, του αντικειμένου της έρευνάς του, για το αν η εργασία του θα είναι πραγματική έρευνα ή επανάληψη ήδη εγνωσμένων [πραγμάτων]. Έτσι, ο επιστήμονας δημιουργεί μια παράσταση για τη θέση του αντικειμένου της δεδομένης επιστήμης μεταξύ των αντικειμένων των άλλων επιστημών, για τη θέση της έρευνάς του στη συνολική διαδικασία ανάπτυξης των επιστημών, για τις γενικές πιθανές προσεγγίσεις στη μελέτη του αντικειμένου.

Και στη «φυλογένεση» των επιστημών και στην «οντογένεση» του επιστήμονα της επικράτησης της ειδικής, συγκεκριμένης-επιστημονικής έρευνας - αν η διαδικασία της επιστημονικής γνώσης πραγματοποιείται νομοτελώς - έχει προηγηθεί ένα τέτοιο στάδιο, όταν στο προσκήνιο προβάλλει η μέθοδο της έρευνας.

Ο ερευνητής σε αυτό το πρώτο στάδιο, ή αφομοιώνει την υπάρχουσα μεθοδολογία, ή την εκπονεί ο ίδιος. Είναι φυσικό ότι το στάδιο, στο οποίο επικρατεί η προσοχή στη μεθοδολογία εμφανίζεται εντονότερα όταν ο ίδιος ο επιστήμονας εκπονεί μεθοδολογία για θεμελιώδη ζητήματα.

Αυτό το στάδιο είναι η αρχή της συγκεκριμένης-επιστημονικής έρευνας, δηλ. το στάδιο εκείνο όπου ο επιστήμονας κινείται ήδη προς την κατεύθυνση της μετέπειτα συγκεκριμένης-επιστημονικής έρευνας. Το ακόλουθο στάδιο είναι το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης της συγκεκριμένης-επιστημονικής (στη δεδομένη περίπτωση οικονομικής) έρευνας.

Κατά τη διαδικασία της επιστημονικής γνώσης των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς το στάδιο της αρχής τής εμφάνισης της έρευνας της οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας τελειώνει εν γένει και εν συνόλω από τη στιγμή που οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς διακρίνουν την οικονομία ως την αποφασιστική, καθοριστική σφαίρα της ζωής της κοινωνίας, όταν οριστικά περνούν στις θέσεις του προλεταριάτου και αρχίζουν την ειδική μελέτη της καθοριστικής σφαίρας.

Η διάκριση της οικονομίας ως καθοριστικής σφαίρας της κοινωνίας, η οριστική μετάβαση των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς στις θέσεις του προλεταριάτου συνιστούν ήδη το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης της έρευνας της οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας.

Στον κόσμο δεν υπάρχουν απόλυτες και μόνο απόλυτες διαχωριστικές γραμμές: το τέλος του πρώτου από τα αναφερθέντα στάδια αποτελούσε ταυτόχρονα μετάβαση στο επόμενο στάδιο της μελέτης αυτού του αντικειμένου. Η επιστημονική έρευνα των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς μετέβαινε στο στάδιο της καθαυτό εμφάνισης της επιστημονικής έρευνας του δεδομένου αντικειμένου, στο βαθμό που αυτό το αντικείμενο εκδηλωνόταν τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, στο βαθμό που αυτό το αντικείμενο συνειδητοποιούταν ως αντικείμενο προς μελέτη. Σημείο καμπής σε αυτήν την πορεία αποτελεί το χειρόγραφο του Κ. Μαρξ «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου» (καλοκαίρι του 1843) και των έργων του Φ. Ένγκελς, που γράφτηκαν λίγο μετά την πρώτη μετακίνηση στην Αγγλία.

Αλλά τα παραπάνω δεν είναι αρκετά για να περιγράψουν τη μετάβαση από το στάδιο της αρχής τής εμφάνισης της επιστημονικής έρευνας από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς του δεδομένου αντικειμένου στην καθαυτό εμφάνιση της επιστημονικής τους έρευνας. Η ίδια η επιστημονική έρευνα της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, δηλ. ενός δεδομένου αντικειμένου, συνιστά μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης της οικονομικής επιστήμης. Επομένως, για την εμφάνιση της καθαυτό επιστημονικής έρευνας  των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, για τη νέα βαθμίδα της έρευνας του δεδομένου αντικειμένου είναι δυνατόν να μιλάμε μόνο όταν αυτή η έρευνα αρχίζει να διαφέρει από την προηγούμενη έρευνα του ίδιου αντικειμένου ως προς μια ριζικά νέα ποιότητα. Η ριζική ποιοτική διαφορά της έρευνας του δεδομένου αντικειμένου από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς από όλη την προηγούμενη γνώση αυτού του αντικειμένου, η ριζική διαφορά ως προς τη μεθοδολογική του θεμελίωση καθορίζεται από το γεγονός ότι οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς με αυστηρά επιστημονικό τρόπο εξέφρασαν την κοινωνική ανάγκη για ριζικό μετασχηματισμό του δεδομένου αντικειμένου. Η βάση της ποιοτικής διαφοράς της επιστημονικής έρευνας των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς από την προηγούμενη έρευνα του δεδομένου αντικειμένου προκύπτει όταν οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς περνούν στις θέσεις του προλεταριάτου, της μοναδικής τάξης, η οποία ενδιαφέρεται για τον ως το τέλος συνεπή, ριζικό μετασχηματισμό της κεφαλαιοκρατίας και αρχίζουν την ειδική εξέταση του δεδομένου αντικειμένου, της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας από προλεταριακές θέσεις. Ακριβώς από τις θέσεις του προλεταριάτου και όχι οποιαδήποτε άλλης τάξης ήταν δυνατή η εμφάνιση της ποιοτικής διαφοράς της επιστημονικής έρευνας των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς από την προγενέστερη γνώση του δεδομένου αντικειμένου, η καθαυτό εμφάνιση της επιστημονικής έρευνας από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς του δεδομένου αντικειμένου.

Μόνο η προσέγγιση του αντικειμένου από τις θέσεις του πραγματικού ριζικού μετασχηματισμού του (φυσικά, αν υπάρχει αντικείμενο, ώριμο για έναν τέτοιο μετασχηματισμό) δημιουργεί την αντικειμενική δυνατότητα συνεπούς αποκάλυψης, κατανόησης, μελέτης της ουσίας του. Αν η θεωρία εξετάζεται μόνο ως μέσο μονάχα μερικής βελτίωσης του υπάρχοντος αντικειμένου και δεν τίθεται ενώπιόν της το καθήκον να εξηγήσει τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος αντικειμένου, τότε το αντικείμενο δεν μπορεί να κατανοηθεί ιστορικά στις βασικές πλευρές του, δεν μπορεί ως το τέλος [εντελώς] και σε καθαρή μορφή να διακριθεί η ουσία του.

Αλλά μεταξύ της γενικής προσέγγισης του αντικειμένου από τη σκοπιά του πραγματικά ριζικού μετασχηματισμού του και της πλήρους αποκάλυψης της ουσίας του αντικειμένου από αυτήν την τελευταία σκοπιά υπάρχει μεγάλη απόσταση. Η εμφάνιση της πολιτικοοικονομικής έρευνας των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, δηλ. η μελέτη της οικονομίας ως καθοριστικής σφαίρας της ζωής τής κοινωνίας και η αρχή της εξέτασης τής κεφαλαιοκρατικής οικονομίας από την σκοπιά των δυνατοτήτων του ριζικού μετασχηματισμού της, δεν σήμαινε ακόμα ότι μ’ αυτά αποκαλύφθηκε αμέσως η ουσία της οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας.

Στην περιοχή της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας, ο Κ. Μαρξ πραγματοποίησε μια μεγάλη θεωρητική ανακάλυψη. Δημιούργησε τη θεωρία της υπεραξίας, ο Κ. Μαρξ ερεύνησε την ώριμη κεφαλαιοκρατία, δηλ. ένα ώριμο αναπτυσσόμενο αντικείμενο. Εκείνη την εποχή η πολιτική οικονομία είχε διαβεί την πορεία από την αισθητηριακή πολλαπλότητα, δηλ. από το αισθητηριακά συγκεκριμένο, από την χαοτική περί του όλου αντίληψη στο αφηρημένο και είχε γίνει προσπάθεια, έστω και ανεπιτυχώς, να ξεκινήσει η γνώση του αντικειμένου, εκκινώντας από την απλούστερη σχέση, από το αφηρημένο.

Στα επόμενα κεφάλαια θα γίνει λόγος σε τελευταία ανάλυση για τη διάκριση του νομοτελούς, κατηγοριακού συστήματος της αρχής της εμφάνισης και της καθαυτό εμφάνισης της επιστημονικής έρευνας, που ολοκληρώθηκε με μια μεγάλη θεωρητική ανακάλυψη, τη θεωρητική απεικόνιση του ώριμου αναπτυσσόμενου αντικειμένου.

Αν τίθεται το καθήκον της αποκάλυψης των νομοτελειών της επιστημονικής έρευνας, τότε ως εκ τούτου ήδη προϋποτίθεται ότι το διαθέσιμο υλικό πρέπει να κατανοηθεί, δηλ. να μετασχηματιστεί [αναδιοργανωθεί] κατά κάποιον τρόπο. Ένας τέτοιος μετασχηματισμός προϋποθέτει μεταξύ άλλων «περισυλλογή», επιλογή του υλικού. Ποτέ κανένας ερευνητής δεν αντιλαμβάνεται πλήρως τους νόμους που διέπουν την έρευνά του, καθώς οι νόμοι της έρευνας δεν βρίσκονται στην επιφάνεια και για τον εντοπισμό τους απαιτείται μια ειδική επιστήμη, η επιστήμη περί της επιστήμης, η έρευνα των ίδιων των νόμων της έρευνας. Ο επιστήμονας ερευνά το αντικείμενο της έρευνάς του, και όχι τους νόμους της έρευνας αυτού του αντικειμένου. Οι νόμοι της έρευνας μελετώνται ειδικά όταν [οι ίδιοι] γίνονται αντικείμενο έρευνας. Γι’ αυτό οι απολογισμοί, οι αυτοπαρατηρήσεις των επιστημόνων, οι οποίοι μελετούν οποιαδήποτε συγκεκριμένα αντικείμενα, μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο ως υλικό της δραστηριότητας του επιστημολόγου, που τους μελετά [εξετάζει] κριτικά και διακρίνει, ιδιαίτερα, τους νόμους της έρευνας.

Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς συνδύαζαν την συγκεκριμένη-επιστημονική έρευνα με την ειδική μελέτη της διαλεκτικο-υλιστικής μεθόδου, των νόμων, των νομοτελειών ανάπτυξης της γνώσης. Παρ’ όλα αυτά, στο έργο [στη δραστηριότητα] των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς πρέπει να διακρίνονται, οι εκτιμήσεις των ιδρυτών του μαρξισμού περί της μεθόδου, οι χαρακτηρισμοί των νόμων της γνώσης, από την πραγματική πορεία της γνώσης τους, [από] την πραγματική εφαρμογή της μεθόδου. Οι εκτιμήσεις αυτές μπορεί να συμπίπτουν, αλλά μπορεί και να μη συμπίπτουν πλήρως με το πως στην πραγματικότητα λειτουργούν [ενεργούν] οι νόμοι της γνώσης, με το πως στην πραγματικότητα λειτουργεί [ενεργεί] η μέθοδος. Αυτές οι εκτιμήσεις μπορεί να αποκαλύψουν μόνο εν μέρει την κίνηση της δικής τους γνώσης, καθώς μεταξύ άλλων δεν μελετούσαν ειδικά τη δική τους γνωσιακή διαδικασία. Ορισμένες περιπτώσεις τέτοιων αποκλίσεων έχουν επισημανθεί από φιλοσόφους-μαρξιστές, αν και έχουν επισημανθεί μεμονωμένα, και όχι σε γενική μορφή[8]. Οι αποκλίσεις χαρακτηρίζονται μόνο ως ενδεχόμενες [πιθανές, δυνητικές], αλλά όχι ως αναγκαίες. Φυσικά, ορισμένες μεμονωμένες συγκεκριμένες αποκλίσεις μπορεί και να μην είναι αναγκαίες, αλλά εν γένει και εν συνόλω, η στιγμή της μη σύμπτωσης μεταξύ των αυτοαξιολόγησεων και της πραγματικής πορείας της γνώσης εκείνου ο όποιος αξιολογεί τον εαυτό του, υπάρχει κατ’ αναγκαιότητα.

Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς ήταν συγχρόνως ειδικοί και στον τομέα της αμιγώς συγκεκριμένης επιστήμης (για παράδειγμα, στην πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας), καθώς και στον τομέα της μεθοδολογίας και γνωσιολογίας. Η συσχέτιση της προσοχής των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς προς αυτούς τους διαφορετικούς τομείς της γνώσης άλλαζε. Έτσι, η θεωρητική δραστηριότητα του Κ. Μαρξ την περίοδο πριν από την επανάσταση του 1848-1849 έχει [ως] κέντρο βάρους περισσότερο τη μεθοδολογία και γνωσιολογία απ’ ότι τη συγκεκριμένη-επιστημονική, οικονομική μελέτη της κεφαλαιοκρατίας. Στις δεκαετίες 50-60 του ΧΙΧ αιώνα ο Κ. Μαρξ μελετάει κυρίως συγκεκριμένα επιστημονικά ένα ορισμένο αντικείμενο - την οικονομία της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το ενδιαφέρον για τη μεθοδολογία, τη γνωσιολογία είναι εδώ επικουρικό. Από τα αναφερθέντα δεν είναι δύσκολο να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με το υπό συζήτηση ζήτημα.

Ανεξάρτητα από το πόσο λεπτομερείς και βαθιές είναι οι ειδικές δηλώσεις ενός επιστήμονα σχετικά με τη μέθοδο, τους νόμους της γνώσης, είναι αναγκαία η μελέτη της πραγματικής πορείας της γνώσης του, αντιπαραβάλλοντας σε αυτήν τις δηλώσεις αυτές. Οι νόμοι της επιστημονικής έρευνας, η νομοτελής κίνηση της επιστημονικής έρευνας δεν συμπίπτει με το πως η επιστημονική έρευνα φαίνεται στην επιφάνεια. Κι αν σκοπός είναι η ανίχνευση του εσωτερικού, της νομοτελούς κίνησης της επιστημονικής έρευνας, τότε, φυσικά, δεν έχει νόημα απλά, χωρίς οποιεσδήποτε διορθώσεις να μεταφερθεί [αναπαραχθεί] χρονολογικά και πραγματικά η πραγματοποιηθείσα διαδικασία της επιστημονικής έρευνας. Η νομοτελής κίνηση της επιστημονικής έρευνας, ούσα διακεκριμένη «σε καθαρή μορφή» διαφέρει, βέβαια, από τις πραγματικά συντελούμενες ερευνητικές διαδικασίες, στις οποίες οι νομοτέλειες ποτέ δε λειτουργούν «σε καθαρή μορφή». Αλλά η γνώση της νομοτελούς κίνησης της επιστημονικής έρευνας «σε καθαρή μορφή» επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση και οποιασδήποτε πραγματικά πραγματοποιηθείσας διαδικασίας της επιστημονικής έρευνας. Όπως η διάκριση από τον Κ. Μαρξ της νομοτελούς κίνησης του κεφαλαίου «σε καθαρή μορφή» δίνει τη δυνατότητα [επιτρέπει] βαθύτερης κατανόησης της πραγματικά πραγματοποιηθείσας κίνησης του κεφαλαίου, των τρόπους ανάπτυξής του.

Αλλά η γνώση της νομοτελούς κίνησης οποιασδήποτε διαδικασίας «σε καθαρή μορφή» αποκαλύπτει τις δυνατότητες μιας εις βάθος κατανόησης των διαδικασιών που πραγματικά λαμβάνουν χώρα μόνο στην περίπτωση που η γνώση «σε καθαρή μορφή» δεν χρησιμοποιείται ως πρότυπο, προκρούστεια κλίνη.

Η μεθοδολογία του Κ. Μαρξ στα στάδια της αρχής της εμφάνισης και της καθαυτό εμφάνισης της μεθόδου επιστημονικής έρευνάς του ήταν εσωτερικά συνδεδεμένη με την εμφάνιση και την ανάπτυξη των επαναστατικών-δημοκρατικών απόψεων του Κ. Μαρξ, και στη συνέχεια με την αρχή της μετάβασής του από τον επαναστατικό δημοκρατισμό στον κομμουνισμό και την τελική μετάβαση του Κ. Μαρξ στις θέσεις του προλεταριάτου, στις θέσεις του κομμουνισμού. Η φιλοσοφική-μεθοδολογική θέση πάντα, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αντιστοιχεί, έστω [και] μέσω ενδιάμεσων [συνδετικών] κρίκων, σε ορισμένη κοινωνικο-πολιτική θέση, και ορισμένη κοινωνικο-πολιτική θέση απαιτεί [μαζί] με τη συνεπή συνειδητοποίησή της τη μια ή την άλλη ορισμένη φιλοσοφική-μεθοδολογική θέση. Αν λαμβάνονται υπόψη οι νομοτέλειες της κοινωνικής ανάπτυξης, τότε στην αλληλεπίδραση των αναφερθέντων συστατικών στοιχείων εν γένει και εν συνόλω είναι πιο σημαντική η επίδραση των κοινωνικο-πολιτικών απόψεων [αντιλήψεων] και ακριβώς εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι κοινωνικο-πολιτικές απόψεις είναι πιο κοντά στην οικονομική βάση από ότι η φιλοσοφική μέθοδος, από ότι η συνειδητοποίηση αυτής της μεθόδου. Οι κοινωνικο-πολιτικές απόψεις είναι πιο ευκίνητες [ευμετάβλητες] από ότι οι φιλοσοφικές απόψεις εν γένει και οι φιλοσοφικές-μεθοδολογικές ειδικότερα.

Η ανάπτυξη των φιλοσοφικών-μεθοδολογικών θέσεων οφείλεται στη συνειδητοποίηση των ριζικών προηγμένων κοινωνικών αναγκών, που υπάρχουν τη δεδομένη εποχή. Οι ριζικές προηγμένες κοινωνικές ανάγκες της εποχής συνειδητοποιούνται εγγύτερα στις προηγμένες κοινωνικο-πολιτικές απόψεις. Καθώς οι προηγμένες κοινωνικο-πολιτικές απόψεις είναι πιο ευκίνητες, ευμετάβλητες, από ό, τι οι πιο προηγμένες φιλοσοφικές απόψεις, η αντίφαση μεταξύ των λιγότερο ευμετάβλητων φιλοσοφικών απόψεων και των περισσότερο ευμετάβλητων κοινωνικο-πολιτικών απόψεων γίνεται κίνητρο για την ανάπτυξη των φιλοσοφικών απόψεων. Ωστόσο, προκειμένου οι προηγμένες κοινωνικο-πολιτικές απόψεις να καταστούν κίνητρο για την ανάπτυξη των φιλοσοφικών απόψεων, θα πρέπει να συνειδητοποιηθούν φιλοσοφικά, να διαθλαστούν μέσω της φιλοσοφίας. Τότε η αντίφαση μεταξύ αυτών των απόψεων γίνεται αντίφαση στο πλαίσιο της φιλοσοφίας.

Δεν προχωρήσουμε περαιτέρω σε λεπτομερή ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ φιλοσοφικών και κοινωνικο-πολιτικών απόψεων. Το καθήκον μας συνίσταται στον εντοπισμό των αντιφάσεων κτλ κ.ο.κ. ήδη εντός της φιλοσοφικής-μεθοδολογικής προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου, δηλ. θα εξετάσουμε την επιρροή των κοινωνικο-πολιτικών παραγόντων στη διάθλασή τους μέσω της μεθόδου. Ωστόσο, είναι αναγκαίο, έστω και λιγότερο λεπτομερειακά από ό, τι θα μπορούσε να είναι, να σταθούμε και στην εξέταση των κοινωνικο-πολιτικών απόψεων του Κ. Μαρξ. Σε πλήρη απόσπαση από αυτές ο άνθρωπος, που δεν έχει ειδικά και σε βάθος ασχοληθεί με την περίοδο του γίγνεσθαι των απόψεων των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, είναι απίθανο να είναι σε θέση να αποδεχθεί την έκθεση με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι από τη σκοπιά της αυτογένεσης των ιδεών.

Ο επαναστατικός δημοκρατισμός είναι χαρακτηριστικός για τη διαδικασία μετάβασης από τη φεουδαρχία στην κεφαλαιοκρατία, για την εποχή του γίγνεσθαι της κεφαλαιοκρατίας, όταν οι τάξεις της φεουδαρχικής κοινωνίας μετατρέπονται σε τάξεις της κεφαλαιοκρατικής [κοινωνίας], όταν μόλις εμφανίζονται και διαμορφώνονται οι τάξεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Αυτή η εποχή της μετάβασης, του γίγνεσθαι είναι ιδιότυπη. Οι τάξεις της παλιάς κοινωνίας και διατηρούνται και ταυτόχρονα εξαφανίζονται, οι τάξεις στο γίγνεσθαι της κεφαλαιοκρατίας εμφανίζονται, διαμορφώνονται, δηλ. υπάρχουν ήδη και από ορισμένη άποψη ακόμα δεν υπάρχουν, δεν έχουν ακόμα διακριθεί [διαχωριστεί] σε τάξεις.

Ο επαναστατικός δημοκρατισμός είναι η έκφραση των επαναστατικών προσδοκιών των μαζών, που αγωνίζονται εναντίον της φεουδαρχίας, στο βαθμό που τα συμφέροντα αυτών των μαζών δεν είναι ακόμα ταξικά διαφοροποιημένα. Γι’ αυτό, με την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατίας ο επαναστατικός δημοκρατισμός αποσυντίθεται. Οι επαναστάτες δημοκράτες περνούν είτε στις θέσεις της αστικής τάξης, είτε στις θέσεις του προλεταριάτου. Αρκετά διαδεδομένη είναι η άποψη, σύμφωνα με την οποία οι επαναστάτες δημοκράτες εκφράζουν κυρίως τα συμφέροντα της αγροτιάς, που δρα επαναστατικά εναντίον της φεουδαρχίας. Και αυτό είναι σωστό. Αλλά, κατά τη γνώμη μας, είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου ότι αν η αγροτιά στην εποχή του γίγνεσθαι της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας αγωνίζεται επαναστατικά κατά της φεουδαρχίας, και ως αγροτιά είναι η βασική τάξη ακριβώς της φεουδαρχίας, δρα ως εκ τούτου, επίσης, ενάντια στους θεμελιώδεις όρους της ύπαρξής της ως τάξης. Συνεπώς, αυτό το επαναστατικό συμφέρον δεν είναι, μιλώντας αυστηρά, το συμφέρον της αγροτιάς ως τέτοιας, ως της βασικής τάξης της φεουδαρχικής κοινωνίας, αλλά της αγροτιάς, στο περιβάλλον της οποίας έχει αρχίσει η διαδικασία της αποσύνθεσης, του μετασχηματισμού αυτής της τάξης στις βασικές τάξεις της αστικής κοινωνίας.

Οι επαναστατικές-δημοκρατικές απόψεις του Κ. Μαρξ καθιερώθηκαν σε ένα περιβάλλον τυπικό για την ανάδειξη του επαναστατικού δημοκρατισμού. Στη Γερμανία των δεκαετιών 30-40 του ΧΙΧ αιώνα εν γένει και εν συνόλω κυριαρχεί το φεουδαρχικό καθεστώς, λαμβάνει χώρα το γίγνεσθαι των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων, η Γερμανία πλησιάζει την αστική επανάσταση σε συνθήκες, όταν το προλεταριάτο γίνεται ανεξάρτητη πολιτική δύναμη. Ο σχηματισμός των επαναστατικών-δημοκρατικών απόψεων των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, και στη συνέχεια η μετάβασή τους στον κομμουνισμό, στις θέσεις του προλεταριάτου συνιστούν απόδειξη της εξαιρετικά ευαίσθητης προσοχής και βαθιάς κατανόησης των υφιστάμενων αντικειμενικών κοινωνικά δεδομένων δυνατοτήτων.

Η επαναστατική-δημοκρατική ιδεολογία είναι η ιδεακή έκφραση της άρνησης της φεουδαρχικής συγκρότησης της κοινωνίας, της φεουδαρχικής ιδεολογίας. Όσο πιο συνεπείς είναι οι επαναστάτες δημοκράτες, τόσο πιο αδιάλλακτη και αδίστακτη είναι η άρνησή τους του φεουδαρχικού καθεστώτος, της φεουδαρχικής ιδεολογίας. Και όπως στη φεουδαρχία κυρίαρχη μορφή ιδεολογίας είναι η θρησκεία, ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των απόψεων των επαναστατών δημοκρατών γίνεται η άρνηση της θρησκείας. Οι πιο συνεπείς επαναστάτες δημοκράτες είναι άθεοι.

Το υλικό περιεχόμενο της διαδικασίας της κοινωνικής ανάπτυξης (το γίγνεσθαι των κεφαλαιοκρατικών οικονομικών σχέσεων) καθορίζει και το θετικό περιεχόμενο της επαναστατικής-δημοκρατικής ιδεολογίας. Στην επαναστατική-δημοκρατική ιδεολογία αναπαράγονται κυρίως αστικο-δημοκρατικές απόψεις. Ωστόσο, με μια σημαντική διαφορά.

Η αστική δημοκρατία από τη φύση της είναι τυπική, ασυνεπής (για παράδειγμα, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας η διακηρυσσόμενη ελευθεροτυπία για όλους δεν υλοποιείται στην πράξη). Αντίθετα, ο επαναστατικός δημοκρατισμός από τη φύση του είναι μια προσπάθεια συνεπούς κατανόησης και υλοποίησης των αστικο-δημοκρατικών διεκδικήσεων (ισότητα, ελευθερία λόγου, τύπου, συνείδησης κ.ο.κ.). Οι επαναστάτες δημοκράτες επικρίνουν την κεφαλαιοκρατία και διακρίνουν τις απόψεις τους από τις θέσεις των αστών ιδεολόγων.

Οι επαναστάτες δημοκράτες αναπόφευκτα δέχονται την επίδραση των ιδεών και των απόψεων της άλλης βασικής τάξης στο γίγνεσθαι της κεφαλαιοκρατίας - του προλεταριάτου. Από εδώ [προκύπτει] η σοσιαλιστική χροιά των απόψεών τους. Με την ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων, οι πιο συνεπείς επαναστάτες δημοκράτες μεταβαίνουν στις θέσεις του προλεταριάτου, την ώρα που άλλοι γίνονται αστοί ιδεολόγοι.

Σε ορισμένες χώρες του κόσμου και στην εποχή μας μπορεί να διατηρούνται και διατηρούνται φεουδαρχικές και ημιφεουδαρχικές σχέσεις. Στις χώρες αυτές και σήμερα η επαναστατική-δημοκρατική ιδεολογία μπορεί να είναι προοδευτική σε ορισμένα στάδια της ανάπτυξης. Φυσικά, η επαναστατική δημοκρατία σε τέτοιες χώρες δέχεται μεγαλύτερη επίδραση απ’ ότι τον ΧΙΧ αιώνα από ανεπτυγμένες και ταξικά καθορισμένες μορφές ιδεολογίας, υφίσταται σε αντίστοιχα τροποποιημένη μορφή. Επίσης, όπως και στον ΧΙΧ αιώνα, έτσι και στον ΧΧ αιώνα, οι απόψεις των επαναστατών δημοκρατών δεν παίρνουν πάντα την κλασική μορφή, δηλ. μπορεί να απουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά, που είναι αναγκαία για τις συνεπείς επαναστατικό-δημοκρατικές απόψεις.

Ο επαναστατικός δημοκρατισμός των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς είναι κλασικό παράδειγμα επαναστατικού δημοκρατισμού.

Η επαναστατική-δημοκρατική ιδεολογία είναι εσωτερικά αντιφατική. Συνεπής επαναστατικότητα όχι μόνο στα λόγια αλλά και με πράξεις, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, στις συνθήκες του γίγνεσθαι της κεφαλαιοκρατίας θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο στην εδραίωση της κεφαλαιοκρατίας, επομένως, σε ασυνεπή, τυπικό, επιφανειακό δημοκρατισμό (τυπική ισότητα, τυπική ελευθερία κλπ). Εν τω μεταξύ, η ιδιαιτερότητα του επαναστατικού δημοκρατισμού έγκειται ακριβώς στη συνεπή, όχι μόνο τυπική υλοποίηση του δημοκρατισμού. Αυτό συνιστά αντίφαση μεταξύ της πραγματικής επαναστατικότητας και της αδυναμίας υλοποίησής της στα πλαίσια του επαναστατικού δημοκρατισμού.

Η επαναστατικότητα των επαναστατών δημοκρατών, όσο παρέμεναν τέτοιοι, αναγκαία συσχετιζόταν με την ιδεαλιστική αντίληψη εν συνόλω της κοινωνίας, καθώς οι ιδεολόγοι, οι απόψεις των οποίων ανακύπτουν στη βάση της μη κατανόησης του πραγματικού περιεχομένου της μεταβατικής κατάστασης της κοινωνίας, φυσικά, δεν μπορούν να κατανοήσουν υλιστικά την κοινωνία.

Ο ιδεαλισμός και η γνήσια συνεπής επαναστατικότητα είναι εσωτερικά αντιφατικές. Ο ιδεαλισμός στην ουσία του πάντα σημαίνει απόσπαση της συνείδησης από το κοινωνικό είναι και, κατά συνέπεια, πραγματική διαιώνιση της απομονωμένης συνείδησης. Από τη θέση της με αυτόν τον τρόπο κατανοημένης κοινωνικής συνείδησης καθίσταται αδύνατη η σωστή εξήγηση της διαδικασίας μετασχηματισμού της κοινωνικής ζωής. Ο ιδεαλισμός στην ουσία του είναι πάντα η καθαγίαση του υπάρχοντος. Αντίθετα, η γνήσια συνεπής επαναστατικότητα, δηλ. η επαναστατικότητα τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, είναι η τάση προς τη ριζική πραγματική αλλαγή, το μετασχηματισμό του υπάρχοντος.

Αν έχουμε κατά νου ακριβώς την ουσία του ιδεαλισμού και της επαναστατικότητας, η επαναστατικότητα από τη φύση της καθορίζει την ανάγκη για εισχώρηση στην ουσία, ενώ ο ιδεαλισμός από τη φύση του συγκρατεί τον γνωρίζοντα στην επιφάνεια. (Εδώ δεν αναφερόμαστε σε αυτές ή τις άλλες εμπειρικές περιπτώσεις σχέσεων του ιδεαλισμού και της επαναστατικότητας, αλλά στην αναγκαία σχέση τους σε καθαρή μορφή. Αν κάποιος ιδεαλιστής συνειδητοποιεί τη μεθοδολογία της γνώσης της ουσία, αυτό δεν οφείλεται στον ιδεαλισμό, αλλά ενάντιά του).

Η αντιφατικότητα διαπερνά όλες τις επαναστατικές-δημοκρατικές απόψεις.

Όλες αυτές οι αντιφάσεις περιέχονταν και στον επαναστατικό δημοκρατισμό των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς.

Στις συνθήκες της επικείμενης αστικής επανάστασης στη Γερμανία οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς πολύ σύντομα άρχισαν να περνούν από τον επαναστατικό δημοκρατισμό στον κομμουνισμό και από τον ιδεαλισμό στον υλισμό. Η βασική αντίφαση της μετάβασης υπό την εξεταζόμενη πτυχή είναι η αντίφαση μεταξύ της ιδεαλιστικής και της εν τη γενέσει, επεκτεινόμενης υλιστικής μεθοδολογίας.

Η ανάπτυξη των κοινωνικο-πολιτικών απόψεων και η ανάπτυξη της μεθοδολογίας του Κ. Μαρξ είναι σχετικά αυτοτελείς και αλληλένδετες, αλληλεπιδρώσες διαδικασίες. Αυτές οι διαδικασίες διανύουν κατά την υπό εξέταση περίοδο αρκετά στάδια.

Η ανάπτυξη της μεθοδολογίας επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ διανύει δύο στάδια: το πρώτο - η αρχή της εμφάνισης, το δεύτερο – η καθαυτό εμφάνιση της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ.

Το πρώτο στάδιο χωρίζεται σε έναν αριθμό υποσταδίων. Η αρχή της εμφάνισης του αντικειμένου, αν διακρίνουμε τα στάδιά του έχει η ίδια την αρχή της. Αυτό είναι το πρώτο υποστάδιο. Στη συνέχεια η ανάπτυξη της αρχής του αντικειμένου περνά μέσα από το στάδιο της καθαυτό εμφάνισης της αρχής της εμφάνισης. Αυτό είναι το δεύτερο υποστάδιο. Μετά από αυτό πραγματοποιείται η ολοκλήρωση της καθαυτό εμφάνισης της αρχής. Αυτό είναι το τρίτο υποστάδιο.

Στη συνέχεια – μιλώντας αφηρημένα - θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε την αρχική φάση της αρχής της αρχής και να συνεχίσουμε επ’ άπειρον την αναζήτηση της αρχής. Ωστόσο, για τη μελέτη του αντικειμένου με τον εγγύτερο τρόπο είναι αναγκαία και ικανή η διάκριση της αρχής του και η εξέταση της γενετικής δομής [συγκρότησης] της αρχής, για να αποκαλυφθεί η μετάβαση από την αρχή του αντικειμένου στο καθαυτό αντικείμενο. Κατά τη μελέτη της γενετικής δομής της αρχής καθίσταται αναγκαίο να διακριθεί η ανάπτυξη της αρχής του αντικειμένου από την αρχή αυτής της αρχής πριν τη μετάβαση της αρχής του αντικειμένου στο καθαυτό αντικείμενο.

Είναι σκόπιμο να διαιρεθεί και το δεύτερο στάδιο σε δύο υποστάδια: η πρώτη περίοδος της καθαυτό εμφάνισης της αρχής και η δεύτερη περίοδος αυτής της εμφάνισης, ή η ολοκλήρωση της καθαυτό εμφάνισης της αρχής. Το πρώτο υποστάδιο του πρώτου σταδίου της ανάπτυξης της μεθοδολογίας της επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ αντιστοιχεί στην κοινωνικο-πολιτική πτυχή της αρχής της μετάβασης του Κ. Μαρξ στις θέσεις του επαναστατικού δημοκρατισμού. (Στα ντοκουμέντα [τεκμήρια] αυτού του υποσταδίου περιλαμβάνονται η γυμνασιακή έκθεση «Σκέψεις ενός εφήβου κατά την επιλογή επαγγέλματος» και το γράμμα στον πατέρα της 10 Νοεμβρίου 1837.)

Το δεύτερο υποστάδιο του πρώτου σταδίου της ανάπτυξης της μεθοδολογίας της επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Στη κοινωνικο-πολιτική πτυχή του αντιστοιχεί η οριστική μετάβαση του Κ. Μαρξ στις θέσεις του επαναστατικού δημοκρατισμού. (Σε αυτό το υποστάδιο περιλαμβάνονται τα προπαρασκευαστικά τετράδια στην ιστορία της επικούρειας, στωικής και σκεπτικιστικής φιλοσοφίας, καθώς και η διδακτορική διατριβή.)

Το τρίτο υποστάδιο του πρώτου σταδίου της ανάπτυξης της μεθοδολογίας επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Στη κοινωνικο-πολιτική πτυχή του αντιστοιχεί η ολοκλήρωση της διαμόρφωσης των επαναστατικών-δημοκρατικών απόψεων του Κ. Μαρξ.

Το πρώτο υποστάδιο του δεύτερου σταδίου της ανάπτυξης της μεθοδολογίας επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Στη κοινωνικο-πολιτική πτυχή του αντιστοιχεί η αρχή της μετάβασης του Κ. Μαρξ από τον επαναστατικό δημοκρατισμό στον κομμουνισμό.

Το δεύτερο υποστάδιο του δεύτερου σταδίου. Στην κοινωνικο-πολιτική πτυχή: η οριστική μετάβαση του Κ. Μαρξ στις θέσεις του κομμουνισμού.

Με αυτό τελειώνει η υπό εξέταση περίοδος.

Στην υπό εξέταση περίοδο οι θεωρητικές έρευνες του Κ. Μαρξ κατευθύνονται από τις απόμακρες από την οικονομία σφαίρες της κοινωνικής ζωής, προς τις εγγύτερες προς την οικονομία σφαίρες της κοινωνικής ζωής, μέχρι στο τέλος, να διακρίνει ως καθοριστική σφαίρα της κοινωνικής ζωής την οικονομική σφαίρα. (Ο Μαρξ κινείται από την κριτική της θρησκείας στην κριτική της πολιτικής, του κράτους, του δικαίου και στη συνέχεια στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.) Αυτή είναι εν γένει η κίνηση της γνώσης (της κοινωνίας) από την επιφάνεια, από τα φαινόμενα (η επιφάνεια και το φαινόμενο δεν διακρίνονται ακόμα από τον ερευνητή) στην ουσία. Και ακριβώς η ουσία (της κοινωνίας)[9] σε ένα ορισμένο ιστορικό στάδιό της θα γίνει στη συνέχεια το κύριο αντικείμενο της εντατικής, εξειδικευμένης και συστηματικής μελέτης του Κ. Μαρξ.

Σε αυτή την κίνηση από την επιφάνεια, το φαινόμενο στην ουσία δεν υπάρχουν μόνο νομοτελή στάδια, αλλά και νομοτελείς αντιφάσεις, νομοτελείς στιγμές της αληθούς αντανάκλασης και νομοτελείς «ανατροπές» στη συνείδηση του ερευνητή αυτών ή εκείνων των πλευρών, των σχέσεων του γνωρίζοντος (επί αυτού θα γίνει λόγος παρακάτω).

 

Μετάφραση: Τριαντάφυλλος Μεϊμάρης



[1] Πρωτόλεια μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο για τους σκοπούς των 12 απλών μαθημάτων ιστορίας του μαρξισμού του Ομίλου Επαναστατικής Θεωρίας Αθήνας

[2] Οι εποχές, οι οποίες διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τη γενική επιστημονική, φιλοσοφική μέθοδο, δεν μετριούνται σε έτη ή ακόμα και δεκαετίες, αλλά, μάλλον, σε αιώνες. Είχαμε ήδη την ευκαιρία να γράψουμε ότι ο Κ. Μαρξ από μεθοδολογική και λογική άποψη ξεπέρασε όχι μόνο την επιστήμη της εποχής του, αλλά εν πολλοίς και τη σύγχρονη επιστήμη. Βλ. Β.Α. Βαζιούλιν. Ο μεθοδολογικός ρόλος του προβλήματος του ιστορικού και του λογικού στις επιμέρους επιστήμες. Στο βιβλίο: «Μεθοδολογικά προβλήματα της σύγχρονης επιστήμης». Εκδοτικός οίκος Κρατικού Πανεπιστημίου Μόσχας, 1970.

[3] Εδώ αφαιρούμαστε από τη συζήτηση [εξέταση] του ζητήματος: είναι ταυτόσημες ή διαφορετικές μεταξύ τους η κίνηση και η ανάπτυξη. Σε κάθε περίπτωση, δηλ. ακόμα και στην περίπτωση όπου η ανάπτυξη διαφοροποιείται από την κίνηση, την αλλαγή εν γένει, υποθέτουν [θεωρούν] ότι κάθε κίνηση, αλλαγή δεν είναι ανάπτυξη, παραμένει αδιαμφισβήτητο σίγουρα ότι η ανάπτυξη είναι κίνηση, αλλαγή. Ως ανάπτυξη εννοείται εδώ η κατευθυνόμενη αλλαγή, ή ακριβέστερα, μόνο η προοδευτική ανάπτυξη, η ανάπτυξη από το απλό στο σύνθετο στην ενότητα και την πάλη των αντιθέτων, με τη μετάβαση από τις ποσοτικές στις ποιοτικές αλλαγές, με την άρνηση της άρνησης, κ.ο.κ.. Αυτός είναι ένας καθαρά προκαταρκτικός ορισμός που δηλώνει απλώς την ουσία της υπόθεσης, αλλά δεν την αποκαλύπτει, καθώς η κατανόηση της ουσίας της υπόθεσης δίνεται με την παρουσίαση του συνόλου της ερευνητικής μεθόδου του Κ. Μαρξ.

[4] Χρησιμοποιούμε τη λέξη «σφαίρα» με κάπως αλληγορική έννοια, δηλώνοντας τη σχετική αυτοτέλεια, αλλά όχι την απομόνωση της οικονομίας, της πολιτικής, κτλ. κ.ο.κ. Αν όμως γίνει λόγος για την απομόνωση του ενός ή του άλλου τομέα, αυτό επισημαίνεται ειδικά. Ελπίζουμε ότι ο αναγνώστης θα έχει κατά νου αυτή τη σημείωση και γι’ αυτό παρακάτω χρησιμοποιούμε παντού τη λέξη «σφαίρα» με την αναφερόμενη εδώ έννοια χωρίς τα εισαγωγικά.

[5] Φυσικά, σύμφωνα με το αντικείμενο της παρούσας εργασίας, δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε τη διαδικασίας εμφάνισης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης της διαλεκτικής μεθόδου του Κ. Μαρξ κατά τις πολιτικοοικονομικές του έρευνες της κεφαλαιοκρατίας, αλλά χαρακτηρίζουμε [περιγράφουμε] κυρίως την αρχή αυτής της διαδικασίας.

[6] Ίσως η ανάπτυξη του ζώντος ατόμου να είναι «προγραμματισμένη» πιο αυστηρά από ό, τι η ανάπτυξη της επιστήμης, και από την άποψη αυτή η αναλογία να είναι ανακριβής (αν και αυτή η μεγάλη αυστηρότητα ακόμα δεν έχει αποδειχθεί από κανέναν). Συνάμα, η ανάπτυξη της επιστήμης παρ’ όλα αυτά από ορισμένη άποψη είναι «προγραμματισμένη». Μα, αν η υλική κοινωνική πρακτική με καθοριστικό τρόπο επιδρά στην επιστημονική έρευνα, τότε οι δυνατότητες της υλικής κοινωνικής πρακτικής καθορίζουν τις αντικειμενικές συνθήκες [όρους] και τις δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας.

[7] Στη βιβλιογραφία  ο όρος "κοινωνία των ιδιωτών" απαντά και ως "κοινωνία των πολιτών".  Ο Κ. Μαρξ με αυτόν τον όρο αναφέρεται στη σφαίρα των ιδιωτικών, οικονομικών συμφερόντων. (σ.τ.μ.)

[8] Βλ. Γ.Α. Μπαγκατούρια. Διαμόρφωση και ανάπτυξη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Στο βιβλίο: «Ο Μαρξ – ιστορικός». Μόσχα, 1968, σελ. 110-111.

[9] Θεωρούμε ότι η ουσία της κοινωνίας είναι η οικονομική της ζωή. Η ίδια η οικονομία έχει, με τη σειρά της, ας πούμε, εντός της και επιφάνεια και ουσία και φαινόμενο και πραγματικότητα. Στη λογική, στη μεθοδολογία του Κ. Μαρξ ίδιες πραγματικές σχέσεις, αντικείμενα κ.ο.κ. μπορούν κατ’ αρχήν να λειτουργούν ταυτόχρονα σε διαφορετικές κατηγοριακές πτυχές.

Ένας τέτοιος ορισμός της ουσίας της κοινωνίας δεν αντιστοιχεί στις διαδεδομένες αντιλήψεις και ότι τάχα αντιφάσκει στον ορισμό της ουσίας του ανθρώπου από τον Κ. Μαρξ στις «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ». Συνήθως χαρακτηρίζουν [παρουσιάζουν] την ουσία του ανθρώπου ως «το σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» (Κ. Μαρξ). Στην πραγματικότητα, μια τέτοια μερική αναπαραγωγή της σκέψης του Κ. Μαρξ στρεβλώνει ουσιωδώς τη σκέψη του. Αν παραθέσουμε πλήρως τη σκέψη του Κ. Μαρξ, θα είναι ως εξής: «Στην πραγματικότητά της, (η ουσία του ανθρώπου – Β.Β.) είναι το σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, τόμος 3, σελ. 3). Η λέξη «πραγματικότητα» στο πλαίσιο των έργων του Κ. Μαρξ δεν έχει μόνο τη σημασία «πραγματική [αληθινή], υλική πραγματικότητα», αλλά τη σημασία «ενότητα ουσίας και επιφάνειας, φαινομένου». Η ουσία του ανθρώπου «σε καθαρή μορφή» - και τέτοια ουσία δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις, αλλά οι οικονομικές σχέσεις - δεν είχε διακριθεί, κατά τη συγγραφή των «Θέσεων για τον Φόιερμπαχ» ο Κ. Μαρξ δεν είχε οριστικά διακρίνει την έννοια «σχέσεις παραγωγής». Ο Κ. Μαρξ έχει ήδη αρχίσει να διακρίνει την ουσία του ανθρώπου, ως τέτοια, και παράλληλα η ουσία του ανθρώπου, ως τέτοια, ακόμα στην πραγματικότητα συνεχίζει σε κάποιο βαθμό να συμφύρεται με την έκφανσή [φαινόμενο] της. Αν μιλάμε για την πραγματικότητα της ουσίας του ανθρώπου ως ενότητας ουσίας και φαινομένου, επιφάνειας, τότε τέτοια πραγματικότητα θα είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις.